Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Προς μία νέα αντίληψη για την πολιτιστική κληρονομιά της Πάτρας

     (Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Πελοπόννησος" την Κυριακή, 19 Απριλίου 2015)


 Η Πάτρα είναι προικισμένη τόσο γεωγραφικά όσο και ιστορικά. Πόλη με θάλασσα και βουνό, παραδοσιακά η Πύλη της Δύσης, διαθέτει μια ενδιαφέρουσα ιστορική πορεία 5000 χρόνων που έχει αφήσει τα σημάδια της στο χώρο, συνθέτοντας αυτό που ονομάζουμε «πολιτιστική κληρονομιά». Από την έντονη μυκηναϊκή κατοίκηση της Προϊστορικής περιόδου, στον ρόλο της Αχαϊκης Συμπολιτείας την Ελληνιστική περίοδο και από την ακμάζουσα θέση της πόλης στα Ρωμαικά χρόνια, μέχρι την χρυσή εποχή της σταφίδας και τη βιομηχανική της ανάπτυξη, η Πάτρα έχει πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες να πει. Φαίνεται όμως πως το μόνο εξαγώγιμο πολιτισμικό προϊόν της πόλης είναι το καρναβάλι ενώ εκείνο που συστηματικά αγνοείται είναι η σημασία της πολιτιστικής κληρονομιάς στην οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση του τόπου και τα πολλαπλά οφέλη από την επένδυση στο συμβολικό κεφάλαιο του πολιτισμού. 

Προς αυτή την κατεύθυνση θα βοηθούσε μια νέα ερμηνεία του αρχαιολογικού και ιστορικού της πλούτου, η έμφαση στα «δυνατά» του σημεία και η προβολή αυτών. Το ρωμαίκό παρελθόν της πόλης φερ΄ειπείν, με τα υλικά τεκμήρια που μας έχει κληροδοτήσει και το γεγονός ότι η Πάτρα υπήρξε μια πλούσια ρωμαϊκή αποικία θα μπορούσε να τονιστεί περισσότερο και να αποτελέσει ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Η Πάτρα είναι κτισμένη κυριολεκτικά πάνω στην αρχαία πόλη και αυτό της δίνει μια συναρπαστική διάσταση που αγνοείται από το ευρύ κοινό αλλά κυρίως από τους ίδιους τους κατοίκους της. Από τη νεότερη ιστορία, η εξαιρετικής σημασίας οικονομική, εμπορική και βιομηχανική της ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα, το γεγονός ότι αποτέλεσε την «πρωτεύουσα της σταφίδας» και το αποκλειστικό κέντρο του εξαγωγικού εμπορίου εκείνη την εποχή, συνιστούν πτυχές άξιες προς ανάδειξη (με τη λυπηρή βέβαια διαπίστωση ότι πουθενά στην πόλη δεν προβάλλεται η εν λόγω ιστορική φάση και οι υλικές μαρτυρίες που τη συνθέτουν). Ακόμα και το ότι η Πάτρα διαθέτει το ένα από τα δύο σε λειτουργία οθωμανικά χαμάμ της Ελλάδας και μάλιστα το αρχαιότερο, δεν αποτελεί μήπως ένα πολιτισμικό ατού της πόλης; 

 Μία νέα αντίληψη και προβολή του πολιτιστικού αποθέματος της πόλης, θα μπορούσε να ανανεώσει τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά την ταυτότητα της, να αναζωογονήσει το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού, να «κρατήσει» τον διερχόμενο τουρισμό έστω και για ένα βράδυ στην πόλη, να την καταστήσει έναν ελκυστικό προορισμό στη διάρκεια όλου του έτους και όχι μόνο ένός διημέρου. Πάνω από όλα όμως, να την κάνει ακόμα πιο αγαπητή και ενδιαφέρουσα για τους ίδιους τους κατοίκους της. Αυτό είναι το στοίχημα της σύγχρονης αστικής βιώσιμης ανάπτυξης που πολλές ευρωπαϊκές πόλεις τις τελευταίες δεκαετίες έχουν θέσει ως προτεραιότητα ενώ πρόσφατα αρκετές ελληνικές πόλεις έχουν αρχίσει να κατανοούν και να αξιοποιούν κατάλληλα. Η Πάτρα, με τις δυνατότητες που έχει, θα μπορούσε να βρίσκεται στην πρωτοπορία των αλλαγών. Χωρίς υπερβολή, εδώ και χρόνια, θα μπορούσε να είναι μια «άλλη» πόλη. Για λόγους όμως που δε θα αναφερθούν εδώ, επέλεξε διαφορετική πορεία.

 Για να το θέσω με όρους μάρκετινγκ, αν μέχρι σήμερα το branding name που έχει προωθήσει η πόλη και που με αυτό είναι συνυφασμένη στις συνειδήσεις του κόσμου, είναι το «Πάτρα - Πόλη του Καρναβαλιού», χρειάζεται ένα rebranding, η ανανέωση δηλαδή και ο εμπλουτισμός της εικόνας της, με πολιτισμικά στοιχεία που θα αυξήσουν την αναγνωρισιμότητά της και θα την καταστήσουν πιο θελκτική. 

 Βέβαια, η αναβάθμιση της πολιτιστικής εικόνας της πόλης δεν συνεπάγεται αυτόματα και την αστική αναγέννηση. Η δεύτερη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από ένα συνδυασμό στρατηγικών που περιλαμβάνουν: τη δημιουργία υποδομών και ποιοτικών υπηρεσιών (στα οποία η πόλη μας πάσχει κατάφωρα), την αισθητική ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος, την ενίσχυση των πολιτιστικών δομών (π. χ με τη δημιουργία Μουσείου Πόλης), τη συνεπή διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και την ύπαρξη δικτύων προώθησης και επικοινωνίας. Και βέβαια προϋποθέτει την εκπόνηση ενός συνεκτικού σχεδίου για τον πολιτισμό και την κοινωνία, γνωστό ως «πολιτιστική πολιτική». 
 Μπορεί όμως να αποτελέσει μια αφετηρία. Μια αρχή. Η πόλη μας διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία, τις υλικές και άϋλες μαρτυρίες, που αν φωτιστούν καλύτερα θα έχουν πολλαπλά ευεργετικά αποτελέσματα. Προσφέροντας την αίσθηση του ιστορικού βάθους τόσο στους ίδιους τους πολίτες της, προσελκύοντας όμως και επισκέπτες, με όλες τις θετικές οικονομικές συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή η προσέλκυση[1]. Αξίζει συνεπώς να το προσπαθήσουμε.


[1] Monumenta,  «Θα διατηρήσουμε τα διατηρητέα;», http://www.monumenta.org/article.php?IssueID=4&perm=1&ArticleID=980&CategoryID=20&lang=gr, 25/03/2015
          
















Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Μια μέρα του 2007 στην Έκθεση Αγγείων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείο





Πριν λίγο διάβασα μια φράση της μουσειολόγου S. Pearce: « Η αμεσότητα της συναισθηματικής αυτής σχέσης, που διαπερνά τους αιώνες, σπάνια εκδηλώνεται στις εκθέσεις, αφού διστάζουμε να παραδεχτούμε στις ετικέτες μας, ότι απευθυνόμαστε στο συναίσθημα».
Πόσο δίκιο έχει η Pearce!
Και ξαφνικά φουντώνει στο μυαλό μου η χθεσινή εικόνα.
Περιδιαβαίνοντας στη Συλλογή Αγγείων του ΕΑΜ,  το μάτι μου πέφτει σε ένα αγγείο, μια κύλικα για την ακρίβεια, στο κέντρο μιας γεμάτης προθήκης.
Το απροσδόκητο θέμα που εικονίζει, με καλεί πάραυτα κοντά στη βιτρίνα.
Ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζονται και κοιτάζονται με ανείπωτη λατρεία.
Δεν είναι μυθική σκηνή, δεν είναι ο Αχιλλέας και η Πενθεσίλεια, δεν είναι ο Μενέλαος και η Ελένη.
Είναι ένας θνητός ανώνυμος άντρας και μια ανώνυμη θνητή γυναίκα, και αυτό είναι που το κάνει ακόμα πιο συγκινητικό, ακόμα πιο οικείο.
Είναι δύο ερωτευμένοι άνθρωποι, εκεί, στη μέση μιας προθήκης, σε μια αίθουσα ενός μουσείου το 2007 μ. Χ.
Άραγε ποιοι να το αγόρασαν αυτό το δοχείο; Ποιοι να το χρησιμοποίησαν;
Λίγες φορές σκέφτομαι, απεικόνισαν οι αρχαίοι τον έρωτα (και δεν εννοώ το σεξουαλικό έρωτα ή τον έρωτα ανάμεσα σε μυθολογικά πρόσωπα που τα εικόνισαν συχνότατα), τόσο αφοπλιστικά ανθρώπινο και τόσο κοντά στα δικά μας βιώματα.
Θα μπορούσε να είναι η Σκάρλετ Ο’ Χάρα και ο Ρετ Μπάτλερ στο «Όσα παίρνει ο άνεμος» ή εκείνα τα ρομαντικά ζευγάρια στους πίνακες των προραφαηλιτών, την ώρα της ερωτικής εξομολόγησης.
Θα μπορούσε να είναι η φωτογραφία του αρραβώνα ενός πολύ αγαπημένου ζευγαριού ή η εικόνα μιας πολύ προσωπικής, ιερής ανάμνησης…
Και όμως, μόλο που έχω συνεπαρθεί από την απροσδόκητη μυσταγωγία της σκηνής, στο πίσω μέρος του μυαλού μου, γυροφέρνουν λέξεις : ερυθρόμορφος, ρυθμός, κύλικα, τύπος, 5ος αιώνας…
Κοιτώ γύρω από το ζευγάρι και μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι μου, τις ατελείωτες σειρές των καφέ-μαύρων αντικειμένων.
«Πόσο δύσκολο είναι να απελευθερωθεί το μυαλό από τα στερεότυπα και τις συμβάσεις»….
Η λεζάντα, σύντομη:
«.. εξωτερικά εικονίζεται η Αφροδίτη.. στο εσωτερικό του αγγείου, ερωτική σκηνή»
Έτσι απλά, έτσι στεγνά.
Λες και το έγραψε χέρι ανθρώπου που δεν ερωτεύτηκε ποτέ….

Στον ίδιο χώρο, παρατηρώ το πήλινο ομοίωμα άμαξας. Η άμαξα μεταφέρει ένα νεκρό σκεπασμένο με ύφασμα. Στα πόδια του νεκρού, ένα μικρό παιδί. Την άμαξα συνοδεύουν γυναίκες με τα χέρια ψηλά.


Στέκομαι με προσήλωση μπροστά σε αυτήν την τρισδιάστατη νεκρική πομπή και ανατριχιάζω.
Αρχίζω να αντιλαμβάνομαι τη θρηνωδία.
Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, ο πόνος, οι τελευταίες στιγμές πριν τον οριστικό, τον αμετάκλητο αποχαιρετισμό…
Οι γυναίκες μπορεί να είναι η μάνα, η αδερφή, η σύντροφος, οι γειτόνισσες. Το παιδί… Να είναι το παιδί του νεκρού; Αλλοίμονο…
Μου έρχονται στο νου τα μοιρολόγια των γυναικών γύρω από το νεκρικό κρεβάτι στα χωριά, ο οδυρμός και οι αλαλαγμοί των γυναικών στην Ανατολή. Έτσι είναι και αυτές. Με τα χέρια ψηλά, να τραβούν τα μαλλιά τους και να χτυπούν τα πρόσωπά τους. Και αμέσως μετά, βλέπω εκεί τη φίλη μου την Καλλιόπη, τη γιαγιά μου, τη μητέρα μου και έναν ατέλειωτο, αβάσταχτο πόνο. Βλέπω εκεί μπροστά μου, την αδυσώπητη, ανθρώπινη μοίρα.
Η λεζάντα γράφει:
« Η εκφορά του νεκρού…. Ο νεκρός αποδίδεται σχηματικά κάτω από το ύφασμα που τον καλύπτει… τα υψωμένα χέρια των γυναικών δηλώνουν το θρήνο».
Η «εκφορά» του νεκρού και η «πρόθεση». Ποτέ δεν τους συμπάθησα αυτούς τους όρους, ποτέ δεν τους κατάλαβα καλά. Μου ακούγονταν πάντα όροι κλινικοί, ψυχροί. Στο μυαλό μου έρχονταν έννοιες όπως «Η εκφορά του λόγου» ή «η πρόθεση της ψήφου». Στη σχολή μαθαίναμε: «Ο αμφορέας του Διπύλου με την πρόθεση του νεκρού» και η πρόθεση του νεκρού είχε γίνει εκείνο το ιχνογράφημα, το ξαπλωμένο σε ένα φορείο, με άλλα όρθια ιχνογραφήματα που είχαν τα χέρια ψηλά και τίποτα άλλο πέρα από αυτό.
Αλήθεια, ο επισκέπτης άραγε τους καταλαβαίνει αυτούς τους όρους, όταν στέκεται εκεί μπροστά στη συγκλονιστική παράσταση μιας παμπάλαιας κηδείας;
Το κείμενο πάντως της λεζάντας παραμένει αριστοτεχνικά ψύχραιμο και αποστασιοποιημένο.
Σ’ αυτήν τη λεζάντα , το προαιώνιο δράμα, δεν έχει χώρο.
Κοιτάζω γύρω μου ξανά. Και νιώθω μιαν αλήθεια να φανερώνεται μπροστά μου για πρώτη φορά.
Σ’ αυτήν την αίθουσα, η ζωή, ο θάνατος, ο έρωτας, οι χαρές και ο πόνος, δεν έχουν χώρο.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Σκέψεις για τη γενιά μου






Θέλω να γράψω κάποιες σκέψεις για τη γενιά μου.

Για όλους εμάς που γεννηθήκαμε στα τέλη του ΄70 και τώρα φλερτάρουμε με τα 40.

T
ην πρώτη μεταπολιτευτική γενιά, την γαλουχημένη με φλογερά όνειρα προόδου, πίστη ζωηρή στις καλύτερες μέρες, σε μια χώρα που είχε κλειδώσει δια παντός ανέχεια και εθνικές περιπέτειες στο ντουλάπι της γιαγιάς. Δε στερηθήκαμε τίποτα. Τα παιδιά της γενιάς του Πολυτεχνείου έπρεπε να μεγαλώσουμε με αγγλικά, γαλλικά και πιάνο, με σπουδές και πτυχία, με όλα τα «εφόδια» για ένα μέλλον σταθερά υποσχόμενο. Με πολλές προοπτικές.

Μέχρι που φάγαμε πόρτα. 

Τα πράγματα είχαν φανεί ήδη νωρίτερα, αλλά από το 2010 και σταδιακά, η γενιά μου βυθίστηκε στη μαύρη τρύπα των εργασιακών.
Τα δεδομένα; Επισφαλής εργασία, κακοπληρωμένη εργασία, εργασία ανακόλουθη των προσόντων μας. Διαρκώς να σταματάμε και να ξεκινάμε από την αρχή. Σε εγρήγορση πάντα  προκειμένου να παραμείνουμε μάχιμοι. Για τις γυναίκες, τα πράγματα ακόμα πιο σύνθετα, καθώς η μητρότητα δύσκολα συμβαδίζει με τη διεκδίκηση στοιχειώδους επαγγελματικής παρουσίας. Η αποταμίευση και η δημιουργία μιας κάποιας περιουσίας, όπως ίσως έκαναν οι γονείς μας, μοιάζει σε εμάς αστείο. Για καριέρα; Ούτε λόγος. Όσο μάλιστα περνάει ο καιρός και η εικόνα καθαρίζει περισσότερο, τόσο φαίνεται η διάψευση που έχουμε βιώσει. Και είναι χειρότερη για τη γενιά μου, γιατί έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τις ιδέες που μεγαλώσαμε και την κατάσταση που ζήσαμε για τρεις δεκαετίες. Έτσι δε συμβαίνει στη ζωή; Οι μεγαλύτερες οι προσδοκίες, η μεγαλύτερη και η διάψευση. 

Συμβαίνει λοιπόν να βρισκόμαστε στο εξής σημείο: μετέωροι κοιτώντας τα τελευταία πέντε χρόνια και τις πολιτικές που μας έφεραν ως εδώ, σίγουροι πλέον πως η συνέχισή τους, θα έχει ακόμα πιο καταστροφικά αποτελέσματα. Κοιτώντας από την άλλη όμως και το ενδεχόμενο ενός Grexit, με όλη την ανασφάλεια που αυτό δημιουργεί και τις δικές του ανυπολόγιστες συνέπειες. Πόσος καιρός άραγε θα απαιτηθεί για να ορθοποδήσει ξανά η χώρα; Ένας χρόνος; Δύο χρόνια; Τρία; Πάλι όνειρα παρκαρισμένα, σχέδια αναβεβλημένα ακριβώς πάνω στην πιο δημιουργική ηλικία. Και όταν  η κατάσταση αλλάξει, δεν είναι το ίδιο να σε βρει στα 45 με το να σε βρει στα 25. Ούτε στα 30 ούτε καν στα 35. Η επιτάχυνση τότε – πώς να το κάνουμε – είναι βραδύτερη, οι μηχανές έχουν αρχίσει να κρασάρουν. Όταν έπρεπε να τρέξουν, να τα δώσουν όλα, έπεσαν σε τοίχο και η σύγκρουση ήταν μετωπική.  

Είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο λοιπόν, η γενιά μου είναι η μεγάλη αδικημένη. Δε θέλω να λέω χαμένη, γιατί αρνούμαι να της δώσω τον ίδιο χαρακτηρισμό με εκείνον της άτυχης γενιάς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εύχομαι απλά όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό, να είναι η τιμωρία των πρωταίτιων η ελάχιστη δικαίωση στην αδικία και στη βία που μας επέβαλαν μέχρι τώρα αλλά και σε ό, τι συμβεί από εδώ και στο εξής. Ναι, ναι, παραδειγματική τιμωρία, τέτοια που να αξίζει σε άρπαγες ονείρων. 

Οι παραπάνω σκέψεις δεν είναι προϊόν απαισιοδοξίας. Ούτε αδυναμίας. Είμαστε εδώ, παιδιά των καιρών μας και θα δώσουμε τις μάχες που χρειάζεται. Παρόλο που οι μάχες αυτές δεν είναι ακριβώς εκείνες που φανταστήκαμε. Δε σημαίνει όμως ότι η αποδοχή μιας τέτοιας κατάστασης είναι και η ευκολότερη. Η διάψευση και η ματαίωση είναι μελαγχολικά πράγματα. Και περισσότερο για αυτά ήθελα να γράψω.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

You can run but you cannot hide


Η Α. είναι στο μήνα της. Σε λίγες μέρες θα γεννήσει. Παρ΄όλα αυτά είναι αναγκασμένη να δουλεύει μέχρι την τελευταία στιγμή, ενώ παραμένει απλήρωτη από το Δεκέμβριο. Απλήρωτος είναι και ο άντρας της αρκετούς μήνες τώρα.  Τί και αν απασχολούνται σε επαγγέλματα ανθρωπιστικά;  Ο ίδιος επαναλαμβανόμενος εμπαιγμός. Η ίδια επισφάλεια. Με τις ευλογίες του Δημοσίου. Αναγκάζονται να τρώνε από τις αποταμιεύσεις, αλλά μέχρι πότε;

Ένας προβληματισμός κοφτερός αρχίζει να σχηματοποιείται, ένας φόβος ανομολόγητος, που όταν τον μοιράζονται μαζί σου, σου καίει την καρδιά: Θα μπορέσουμε να κρατήσουμε το σπίτι μας; Το πατρικό το σπίτι; Έγινε ασήκωτο το βάρος της προγονικής εστίας, αυτής που ο πατέρας, τις καλές ακόμα εποχές, μπόρεσε να συμμορφώσει από το σεισμό για να τη δώσει υπερήφανα στα παιδιά του να στεγάσουν τη δική τους ευτυχία.

Το δικό σου το σπίτι πάλι, το λήστεψαν για δεύτερη φορά. Έσπασαν τα διπλά τζάμια στο παράθυρο του δρόμου και μπήκαν μέσα. Δεν είχε καν βραδιάσει. Κανείς δεν είδε τίποτα. Κανείς δεν άκουσε τίποτα.

Διαβάζεις ότι λέει τα σχολεία θα γίνουν κάτι σαν επιχειρήσεις - προϊόντα, οι διευθυντές οικονομικοί μάνατζερς, οι εκπαιδευτικοί θα έχουν το ρόλο ιδιωτικών υπαλλήλων, οι γονείς και τα παιδιά το ρόλο του πελάτη. Το "καλύτερο" σχολείο θα επιβιώνει. Αυτό με τους καλύτερους μαθητές, τους περισσότερους χορηγούς, το ελκυστικότερο πακέτο, τα περισσότερα κουπόνια. Τα υπόλοιπα θα κλείνουν. Οι εκπαιδευτικοί θα απολύονται.

Οι παραλίες λέει θα δοθούν σε ξενοδοχειακές μονάδες, θα κτιστούν οι αιγιαλοί, για να έρχονται οι Ρώσοι και οι Κινέζοι να ζουν το ελληνικό όνειρο. Να παντρεύονται κάτω από τον ελληνικό ήλιο και να ανεβάζουν φωτογραφίες στο fb για να βλέπουν οι πλούσιοι φίλοι πίσω στην πατρίδα, τα γαμήλια κατορθώματα με φόντο παραλία και ελληνικό ηλιοβασίλεμα. Η Ελαφόνησος είναι μια από αυτές τις παραλίες.
Οι αρχαιολόγοι θα είναι κάτι σαν ξεναγοί, κάτι σαν εμψυχωτές της αρχαιολογικής εμπειρίας. Δίπλα στο γήπεδο του γκολφ θα υπάρχει και ο αρχαιολογικός χώρος για το "live the experience".

Και εσύ...εξακολουθείς να πιστεύεις πως το μουσείο και η τέχνη μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, εξακολουθείς να παθιάζεσαι με το σκοπό αυτό, να φορτώνεις το αμάξι σου χιλιόμετρα για να κάνεις το όνειρό σου αληθινό. Εξακολουθείς να αναπαράγεις και να υποστηρίζεις αστικές βεβαιότητες περί ανθρωπισμού, την ώρα που τίποτα ανθρωπιστικό δεν υπάρχει πια γύρω σου. Την ώρα που οι πυλώνες του ουμανισμού σωριάζονται εκκωφαντικά ο ένας πίσω από τον άλλο μέσα σε ένα πυρηνικό νέφος νέας βαρβαρότητας.
Και τρέχεις, τρέχεις με το αμάξι σου για να βγεις από το κόκκινο τοξικό σύννεφο αλλά ποιον κοροϊδεύεις; Αφού το σύννεφο θα σε προλάβει.
Ποιον κοροϊδεύεις;  Αφού είσαι και εσύ κομμάτι της υποκρισίας.
Και τί υποκρισίας Θεέ μου.. Τί υποκρισίας...

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Για ένα αξιοπρεπές τέλος


Εδώ και είκοσι μέρες οι γιαγιά μου είναι στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό. Είναι 92 χρονών και μέχρι τη στιγμή που το έπαθε μπορούσε να περπατά, να αυτοεξυπηρετείται και βέβαια είχε απόλυτη νοητική διαύγεια. Οι μέρες αυτές στο νοσοκομείο και η επαφή από κοντά με το βασανιστήριο ενός ανθρώπου που ο κύκλος της ζωής του κλείνει τυρρανικά, με έβαλαν σε πολλές σκέψεις για το ανθρώπινο τέλος  και πώς αυτό πρέπει να έρχεται. Είδα τη γιαγιά μου να υποφέρει, να πονά, να με κοιτά εκλιπαρώντας, την είδα να σβήνει μέσα στον εκφυλισμό και στο μαρτύριο. Γιατί; Γιατί πρέπει να γίνεται αυτό; Και ένιωσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, το ένιωσα πέρα ως πέρα ότι αυτό που της κάναμε όλοι, γιατροί, νοσοκομείο, εμείς, και μια κοινωνία ολόκληρη, η παράταση δηλαδή στη ζωή,  ήταν πέρα για πέρα απάνθρωπο και ανήθικο.


Αν μπορούσα, αν μου επιτρεπόταν, αν δεν ήταν τέτοιο τεράστιο ταμπού, θα την βοηθούσα να τελειώσει. Και θα ήταν από μένα η μεγαλύτερη πράξη αγάπης προς αυτή. Ήσυχα και ειρηνικά να της δώσω αυτό που από καιρό επιθυμούσε. Να τη γλυτώσω από την κόλαση για να φύγει ομαλά κατευθείαν για τον παράδεισο.


Η γιαγιά ήταν μια ιδιαίτερη γιαγιά. Όχι σαν όλες τις υπόλοιπες. Ισχυρογνώμων, αρχόντισσα, απόμακρη, αστή, κυρία. Δεν είχε έφεση στις πολλές διαχυτικότητες, είχε μία διεστραμμένη αίσθηση της διακριτικότητας, να μη γίνει βάρος ποτέ, ήταν άκαμπτα αξιοπρεπής, έτσι όπως ήταν οι παλαιότεροι άνθρωποι και δεν είναι καθόλου σήμερα. Είχε βασανιστεί πολύ στη ζωή της, με άπειρα χτυπήματα της μοίρας, και το έλεγε. Ξέραμε όλοι ότι δεν είχε περάσει καλά. Επίσης ξέραμε όλοι ότι δεν ήθελε άλλο να ζει. Μπορεί σε αυτό να έφταιγε και η χρόνια κατάθλιψη που έκανε για αυτή τη γυναίκα τη ζωή αφόρητη. Και όμως:  Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε και πολύ να ζήσει, παρόλο που  καθημερινά ευχόταν να πεθάνει, και της επεφύλαξε σαδιστικό, βασανιστικό θάνατο. Αυτό ακριβώς είναι που έχει συγκλονίσει όλους εμάς, την οικογένειά της, που βλέποντας τη, γνωρίζουμε ότι ζει το μεγαλύτερο εφιάλτη της. Και το χειρότερο είναι ότι και αυτή το καταλαβαίνει. Και όχι, δεν της αξίζει. Δεν της αξίζει. Αλλά ούτε και σε κανέναν άνθρωπο αξίζει κάτι τέτοιο.


Ε λοιπόν: Είναι πράγματα αυτά να υποφέρουν έτσι οι άνθρωποι; Δε θα πρεπε να τους προσφέρουμε ένα αξιοπρεπές και ειρηνικό τέλος, εφόσον μάλιστα το τέλος είναι η μόνη έκβαση έτσι και αλλιώς; Γιατί πρέπει ο ασθενής να ζει τον απόλυτο εκφυλισμό, τον αφόρητο πόνο, γιατί πρέπει στις ύστατες μέρες, ώρες της ζωής, να βιώνει ακόμα ένα επαίσχυντο δράμα;


Ο πόνος μου αυτές τις μέρες πάει παράλληλα με το θυμό μου. Νιώθω εντελώς ανήμπορη να προσφέρω ανακούφιση σε ένα άνθρωπο που λατρεύω και αυτή η ανημπόρια, η οφειλόμενη σε θρησκευτικές πεποιθήσεις και κατασκευασμένες αντιλήψεις για τη ζωή και το θάνατο, με εξοργίζει και με κάνει να πονώ ακόμα περισσότερο.


Γιαγιά συγγνώμη, δε με αφήνουν να κάνω αυτό που θα θελες περισσότερο. Εύχομαι κάποτε οι κοινωνίες να καταλάβουν. Μέχρι τότε, άπειροι άνθρωποι, γέροι, καρκινοπαθείς, βαριά άρρωστοι και ανάπηροι θα έχουν φτάσει στο τέλος με αβάσταχτο πόνο, οδυρμό, ψυχική ταραχή και αχρείαστη απελπισία.


Είναι έτσι να εκφυλίζεται η ζωή; Όχι δεν είναι.


Είναι έτσι να φεύγει η ψυχή; Όχι δεν είναι.


Κάντε επιτέλους κάτι.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Η Ομήγυρη

Θέλω να κάτσω με ησυχία να σκεφτώ
τί ήρθα εγώ να κάνω εδώ.
Τί ήρθα να κάνω εγώ σε τούτη την παρέα
Καλοί όλοι μου φαίνονται εξαρχής
και ευγενικοί και πρόθυμοι και υπάκουα εκπαιδευμένοι
χαμόγελα μοιράζουν δεξιά και αριστερά
χειρονομίες ζωντανές και εκφράσεις του προσώπου.

Μα σαν αναταράξεις τα χαμόγελα
θα δεις να σου χαμογελούν οι λύπες
οι φόβοι οι ενδότεροι, οι αναμονές εκείνες...

Πώς να σηκώσεις το ποτήρι σου ψηλά;
Τί πρόποση να κάνεις;
Να μείνουν τα χαμόγελα ή μήπως να εμφανιστούν οι λύπες;

Μπα.... να πετάξω κάτω θέλω το ποτήρι δυνατά
Να με κοιτάξουν όλοι
και έπειτα να πιάσω με τα χέρια τα γυαλιά
και αφού τα τρίψω πάνω μου προσεχτικά
Να την κάνω τότε πια για τα καλά