Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Σκέψεις για τη γενιά μου






Θέλω να γράψω κάποιες σκέψεις για τη γενιά μου.

Για όλους εμάς που γεννηθήκαμε στα τέλη του ΄70 και τώρα φλερτάρουμε με τα 40.

T
ην πρώτη μεταπολιτευτική γενιά, την γαλουχημένη με φλογερά όνειρα προόδου, πίστη ζωηρή στις καλύτερες μέρες, σε μια χώρα που είχε κλειδώσει δια παντός ανέχεια και εθνικές περιπέτειες στο ντουλάπι της γιαγιάς. Δε στερηθήκαμε τίποτα. Τα παιδιά της γενιάς του Πολυτεχνείου έπρεπε να μεγαλώσουμε με αγγλικά, γαλλικά και πιάνο, με σπουδές και πτυχία, με όλα τα «εφόδια» για ένα μέλλον σταθερά υποσχόμενο. Με πολλές προοπτικές.

Μέχρι που φάγαμε πόρτα. 

Τα πράγματα είχαν φανεί ήδη νωρίτερα, αλλά από το 2010 και σταδιακά, η γενιά μου βυθίστηκε στη μαύρη τρύπα των εργασιακών.
Τα δεδομένα; Επισφαλής εργασία, κακοπληρωμένη εργασία, εργασία ανακόλουθη των προσόντων μας. Διαρκώς να σταματάμε και να ξεκινάμε από την αρχή. Σε εγρήγορση πάντα  προκειμένου να παραμείνουμε μάχιμοι. Για τις γυναίκες, τα πράγματα ακόμα πιο σύνθετα, καθώς η μητρότητα δύσκολα συμβαδίζει με τη διεκδίκηση στοιχειώδους επαγγελματικής παρουσίας. Η αποταμίευση και η δημιουργία μιας κάποιας περιουσίας, όπως ίσως έκαναν οι γονείς μας, μοιάζει σε εμάς αστείο. Για καριέρα; Ούτε λόγος. Όσο μάλιστα περνάει ο καιρός και η εικόνα καθαρίζει περισσότερο, τόσο φαίνεται η διάψευση που έχουμε βιώσει. Και είναι χειρότερη για τη γενιά μου, γιατί έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τις ιδέες που μεγαλώσαμε και την κατάσταση που ζήσαμε για τρεις δεκαετίες. Έτσι δε συμβαίνει στη ζωή; Οι μεγαλύτερες οι προσδοκίες, η μεγαλύτερη και η διάψευση. 

Συμβαίνει λοιπόν να βρισκόμαστε στο εξής σημείο: μετέωροι κοιτώντας τα τελευταία πέντε χρόνια και τις πολιτικές που μας έφεραν ως εδώ, σίγουροι πλέον πως η συνέχισή τους, θα έχει ακόμα πιο καταστροφικά αποτελέσματα. Κοιτώντας από την άλλη όμως και το ενδεχόμενο ενός Grexit, με όλη την ανασφάλεια που αυτό δημιουργεί και τις δικές του ανυπολόγιστες συνέπειες. Πόσος καιρός άραγε θα απαιτηθεί για να ορθοποδήσει ξανά η χώρα; Ένας χρόνος; Δύο χρόνια; Τρία; Πάλι όνειρα παρκαρισμένα, σχέδια αναβεβλημένα ακριβώς πάνω στην πιο δημιουργική ηλικία. Και όταν  η κατάσταση αλλάξει, δεν είναι το ίδιο να σε βρει στα 45 με το να σε βρει στα 25. Ούτε στα 30 ούτε καν στα 35. Η επιτάχυνση τότε – πώς να το κάνουμε – είναι βραδύτερη, οι μηχανές έχουν αρχίσει να κρασάρουν. Όταν έπρεπε να τρέξουν, να τα δώσουν όλα, έπεσαν σε τοίχο και η σύγκρουση ήταν μετωπική.  

Είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο λοιπόν, η γενιά μου είναι η μεγάλη αδικημένη. Δε θέλω να λέω χαμένη, γιατί αρνούμαι να της δώσω τον ίδιο χαρακτηρισμό με εκείνον της άτυχης γενιάς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εύχομαι απλά όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό, να είναι η τιμωρία των πρωταίτιων η ελάχιστη δικαίωση στην αδικία και στη βία που μας επέβαλαν μέχρι τώρα αλλά και σε ό, τι συμβεί από εδώ και στο εξής. Ναι, ναι, παραδειγματική τιμωρία, τέτοια που να αξίζει σε άρπαγες ονείρων. 

Οι παραπάνω σκέψεις δεν είναι προϊόν απαισιοδοξίας. Ούτε αδυναμίας. Είμαστε εδώ, παιδιά των καιρών μας και θα δώσουμε τις μάχες που χρειάζεται. Παρόλο που οι μάχες αυτές δεν είναι ακριβώς εκείνες που φανταστήκαμε. Δε σημαίνει όμως ότι η αποδοχή μιας τέτοιας κατάστασης είναι και η ευκολότερη. Η διάψευση και η ματαίωση είναι μελαγχολικά πράγματα. Και περισσότερο για αυτά ήθελα να γράψω.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

You can run but you cannot hide


Η Α. είναι στο μήνα της. Σε λίγες μέρες θα γεννήσει. Παρ΄όλα αυτά είναι αναγκασμένη να δουλεύει μέχρι την τελευταία στιγμή, ενώ παραμένει απλήρωτη από το Δεκέμβριο. Απλήρωτος είναι και ο άντρας της αρκετούς μήνες τώρα.  Τί και αν απασχολούνται σε επαγγέλματα ανθρωπιστικά;  Ο ίδιος επαναλαμβανόμενος εμπαιγμός. Η ίδια επισφάλεια. Με τις ευλογίες του Δημοσίου. Αναγκάζονται να τρώνε από τις αποταμιεύσεις, αλλά μέχρι πότε;

Ένας προβληματισμός κοφτερός αρχίζει να σχηματοποιείται, ένας φόβος ανομολόγητος, που όταν τον μοιράζονται μαζί σου, σου καίει την καρδιά: Θα μπορέσουμε να κρατήσουμε το σπίτι μας; Το πατρικό το σπίτι; Έγινε ασήκωτο το βάρος της προγονικής εστίας, αυτής που ο πατέρας, τις καλές ακόμα εποχές, μπόρεσε να συμμορφώσει από το σεισμό για να τη δώσει υπερήφανα στα παιδιά του να στεγάσουν τη δική τους ευτυχία.

Το δικό σου το σπίτι πάλι, το λήστεψαν για δεύτερη φορά. Έσπασαν τα διπλά τζάμια στο παράθυρο του δρόμου και μπήκαν μέσα. Δεν είχε καν βραδιάσει. Κανείς δεν είδε τίποτα. Κανείς δεν άκουσε τίποτα.

Διαβάζεις ότι λέει τα σχολεία θα γίνουν κάτι σαν επιχειρήσεις - προϊόντα, οι διευθυντές οικονομικοί μάνατζερς, οι εκπαιδευτικοί θα έχουν το ρόλο ιδιωτικών υπαλλήλων, οι γονείς και τα παιδιά το ρόλο του πελάτη. Το "καλύτερο" σχολείο θα επιβιώνει. Αυτό με τους καλύτερους μαθητές, τους περισσότερους χορηγούς, το ελκυστικότερο πακέτο, τα περισσότερα κουπόνια. Τα υπόλοιπα θα κλείνουν. Οι εκπαιδευτικοί θα απολύονται.

Οι παραλίες λέει θα δοθούν σε ξενοδοχειακές μονάδες, θα κτιστούν οι αιγιαλοί, για να έρχονται οι Ρώσοι και οι Κινέζοι να ζουν το ελληνικό όνειρο. Να παντρεύονται κάτω από τον ελληνικό ήλιο και να ανεβάζουν φωτογραφίες στο fb για να βλέπουν οι πλούσιοι φίλοι πίσω στην πατρίδα, τα γαμήλια κατορθώματα με φόντο παραλία και ελληνικό ηλιοβασίλεμα. Η Ελαφόνησος είναι μια από αυτές τις παραλίες.
Οι αρχαιολόγοι θα είναι κάτι σαν ξεναγοί, κάτι σαν εμψυχωτές της αρχαιολογικής εμπειρίας. Δίπλα στο γήπεδο του γκολφ θα υπάρχει και ο αρχαιολογικός χώρος για το "live the experience".

Και εσύ...εξακολουθείς να πιστεύεις πως το μουσείο και η τέχνη μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, εξακολουθείς να παθιάζεσαι με το σκοπό αυτό, να φορτώνεις το αμάξι σου χιλιόμετρα για να κάνεις το όνειρό σου αληθινό. Εξακολουθείς να αναπαράγεις και να υποστηρίζεις αστικές βεβαιότητες περί ανθρωπισμού, την ώρα που τίποτα ανθρωπιστικό δεν υπάρχει πια γύρω σου. Την ώρα που οι πυλώνες του ουμανισμού σωριάζονται εκκωφαντικά ο ένας πίσω από τον άλλο μέσα σε ένα πυρηνικό νέφος νέας βαρβαρότητας.
Και τρέχεις, τρέχεις με το αμάξι σου για να βγεις από το κόκκινο τοξικό σύννεφο αλλά ποιον κοροϊδεύεις; Αφού το σύννεφο θα σε προλάβει.
Ποιον κοροϊδεύεις;  Αφού είσαι και εσύ κομμάτι της υποκρισίας.
Και τί υποκρισίας Θεέ μου.. Τί υποκρισίας...

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Για ένα αξιοπρεπές τέλος


Εδώ και είκοσι μέρες οι γιαγιά μου είναι στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό. Είναι 92 χρονών και μέχρι τη στιγμή που το έπαθε μπορούσε να περπατά, να αυτοεξυπηρετείται και βέβαια είχε απόλυτη νοητική διαύγεια. Οι μέρες αυτές στο νοσοκομείο και η επαφή από κοντά με το βασανιστήριο ενός ανθρώπου που ο κύκλος της ζωής του κλείνει τυρρανικά, με έβαλαν σε πολλές σκέψεις για το ανθρώπινο τέλος  και πώς αυτό πρέπει να έρχεται. Είδα τη γιαγιά μου να υποφέρει, να πονά, να με κοιτά εκλιπαρώντας, την είδα να σβήνει μέσα στον εκφυλισμό και στο μαρτύριο. Γιατί; Γιατί πρέπει να γίνεται αυτό; Και ένιωσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, το ένιωσα πέρα ως πέρα ότι αυτό που της κάναμε όλοι, γιατροί, νοσοκομείο, εμείς, και μια κοινωνία ολόκληρη, η παράταση δηλαδή στη ζωή,  ήταν πέρα για πέρα απάνθρωπο και ανήθικο.


Αν μπορούσα, αν μου επιτρεπόταν, αν δεν ήταν τέτοιο τεράστιο ταμπού, θα την βοηθούσα να τελειώσει. Και θα ήταν από μένα η μεγαλύτερη πράξη αγάπης προς αυτή. Ήσυχα και ειρηνικά να της δώσω αυτό που από καιρό επιθυμούσε. Να τη γλυτώσω από την κόλαση για να φύγει ομαλά κατευθείαν για τον παράδεισο.


Η γιαγιά ήταν μια ιδιαίτερη γιαγιά. Όχι σαν όλες τις υπόλοιπες. Ισχυρογνώμων, αρχόντισσα, απόμακρη, αστή, κυρία. Δεν είχε έφεση στις πολλές διαχυτικότητες, είχε μία διεστραμμένη αίσθηση της διακριτικότητας, να μη γίνει βάρος ποτέ, ήταν άκαμπτα αξιοπρεπής, έτσι όπως ήταν οι παλαιότεροι άνθρωποι και δεν είναι καθόλου σήμερα. Είχε βασανιστεί πολύ στη ζωή της, με άπειρα χτυπήματα της μοίρας, και το έλεγε. Ξέραμε όλοι ότι δεν είχε περάσει καλά. Επίσης ξέραμε όλοι ότι δεν ήθελε άλλο να ζει. Μπορεί σε αυτό να έφταιγε και η χρόνια κατάθλιψη που έκανε για αυτή τη γυναίκα τη ζωή αφόρητη. Και όμως:  Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε και πολύ να ζήσει, παρόλο που  καθημερινά ευχόταν να πεθάνει, και της επεφύλαξε σαδιστικό, βασανιστικό θάνατο. Αυτό ακριβώς είναι που έχει συγκλονίσει όλους εμάς, την οικογένειά της, που βλέποντας τη, γνωρίζουμε ότι ζει το μεγαλύτερο εφιάλτη της. Και το χειρότερο είναι ότι και αυτή το καταλαβαίνει. Και όχι, δεν της αξίζει. Δεν της αξίζει. Αλλά ούτε και σε κανέναν άνθρωπο αξίζει κάτι τέτοιο.


Ε λοιπόν: Είναι πράγματα αυτά να υποφέρουν έτσι οι άνθρωποι; Δε θα πρεπε να τους προσφέρουμε ένα αξιοπρεπές και ειρηνικό τέλος, εφόσον μάλιστα το τέλος είναι η μόνη έκβαση έτσι και αλλιώς; Γιατί πρέπει ο ασθενής να ζει τον απόλυτο εκφυλισμό, τον αφόρητο πόνο, γιατί πρέπει στις ύστατες μέρες, ώρες της ζωής, να βιώνει ακόμα ένα επαίσχυντο δράμα;


Ο πόνος μου αυτές τις μέρες πάει παράλληλα με το θυμό μου. Νιώθω εντελώς ανήμπορη να προσφέρω ανακούφιση σε ένα άνθρωπο που λατρεύω και αυτή η ανημπόρια, η οφειλόμενη σε θρησκευτικές πεποιθήσεις και κατασκευασμένες αντιλήψεις για τη ζωή και το θάνατο, με εξοργίζει και με κάνει να πονώ ακόμα περισσότερο.


Γιαγιά συγγνώμη, δε με αφήνουν να κάνω αυτό που θα θελες περισσότερο. Εύχομαι κάποτε οι κοινωνίες να καταλάβουν. Μέχρι τότε, άπειροι άνθρωποι, γέροι, καρκινοπαθείς, βαριά άρρωστοι και ανάπηροι θα έχουν φτάσει στο τέλος με αβάσταχτο πόνο, οδυρμό, ψυχική ταραχή και αχρείαστη απελπισία.


Είναι έτσι να εκφυλίζεται η ζωή; Όχι δεν είναι.


Είναι έτσι να φεύγει η ψυχή; Όχι δεν είναι.


Κάντε επιτέλους κάτι.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Η Ομήγυρη

Θέλω να κάτσω με ησυχία να σκεφτώ
τί ήρθα εγώ να κάνω εδώ.
Τί ήρθα να κάνω εγώ σε τούτη την παρέα
Καλοί όλοι μου φαίνονται εξαρχής
και ευγενικοί και πρόθυμοι και υπάκουα εκπαιδευμένοι
χαμόγελα μοιράζουν δεξιά και αριστερά
χειρονομίες ζωντανές και εκφράσεις του προσώπου.

Μα σαν αναταράξεις τα χαμόγελα
θα δεις να σου χαμογελούν οι λύπες
οι φόβοι οι ενδότεροι, οι αναμονές εκείνες...

Πώς να σηκώσεις το ποτήρι σου ψηλά;
Τί πρόποση να κάνεις;
Να μείνουν τα χαμόγελα ή μήπως να εμφανιστούν οι λύπες;

Μπα.... να πετάξω κάτω θέλω το ποτήρι δυνατά
Να με κοιτάξουν όλοι
και έπειτα να πιάσω με τα χέρια τα γυαλιά
και αφού τα τρίψω πάνω μου προσεχτικά
Να την κάνω τότε πια για τα καλά

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Ο φιλοσοφικός στοχασμός που χάθηκε

Από καιρό σε καιρό διαβάζω φιλοσοφία. Είναι ένα διάβασμα ήσυχο, κατευναστικό. Λες και με τυλίγει ένα ασφαλές περίβλημα, σαν αλεξίσφαιρό γιλέκο, που με προστατεύει και μου δίνει ένα άλλο κέντρο βάρους. Μάλλον η φιλοσοφία επιδρά πάνω μου με την έννοια ακριβώς που της έδιναν οι αρχαίοι, αυτή της παρηγορίας και της θεραπείας. Γιατί αυτό πίστευαν οι αρχαίοι, ότι το φιλοσοφείν, το στοχάζεσθαι, είναι τρόπος ζωής. Και ακόμα περισσότερο ότι η φιλοσοφία μπορεί να είναι ένας οδηγός για τη ζωή, ένας καθημερινός σύμβουλος διαβίωσης. Το ζην και το φιλοσοφείν ήταν αλληλένδετα.

Η σύνδεση αυτή μοιάζει στην εποχή μας ουτοπική και αναχρονιστική, μιας και ο θαρραλέος, καπιταλιστικός κόσμος του 20ου αιώνα φρόντισε να διακόψει τις σχέσεις του με τον φιλοσοφικό στοχασμό. Το εμπορευματοποιημένο, readymade πνεύμα της εποχής, δεν είχε χρόνο για μια βαθύτερη κατανόηση του κόσμου και της ύπαρξης. Η καπιταλιστική ηθική έθεσε το αίτημα της ανθρώπινης ευδαιμονίας σε εντελώς νέες βάσεις, όρισε την ευτυχία διαφορετικά και βέβαια απέρριψε ολοκληρωτικά τη λογοκρατούμενη αρχαιοελληνική έννοια της ηθικής. Της ηθικής που βασίζεται όχι σε έναν παλαιό φόβο για μια μετά θάνατον τιμωρία, αλλά στη συνειδητοποιημένη απόφαση ενός έλλογου όντος. Που διερωτάται και στοχάζεται: Πώς μπορώ να γνωρίσω την αληθινή φύση της ύπαρξης μου; Πώς μπορώ να διαμορφώσω το χαρακτήρα μου έτσι ώστε να ζω καλύτερα με τον εαυτό μου και με τους άλλους; Μήπως πρέπει να αναπτύξω κάποιες αρετές; Πώς μπορώ να έχω μια καλή ζωή; Διαβάζοντας κανείς φιλοσοφία, θα σοκαριζόταν πραγματικά με το πόσο τελικά, η ζωή μας έγινε αστόχαστη.

Υπό ιδανικές συνθήκες, η επαφή με τον φιλοσοφικό στοχασμό, θα έπρεπε να είναι κεντρικό σημείο της εκπαίδευσης. Μιας εκπαίδευσης όμως προοδευτικής που θα γνώριζε στα παιδιά από την πρώιμη ηλικία τα οικουμενικά, διαχρονικά θέματα του ανθρώπου και τις απαντήσεις που κατά καιρούς δόθηκαν, που με έμπνευση και θάρρος θα τα μάθαινε πώς να χρησιμοποιούν το μοναδικό τους εργαλείο: το ανθρώπινο μυαλό. Για να κάνουν ερωτήσεις, να δίνουν απαντήσεις, να αναζητούν την προσωπική και κοινωνική ευδοκίμηση. Ειδικότερα για τους νέους στην Ελλάδα, η επαφή με τη σκέψη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων θα έπρεπε να είναι κεντρικός τόπος. Όχι μέσα από την άρρωστη, προγονόπληκτη λογική των «ενδόξων ημών προγόνων» – αρκετά υποφέραμε από αυτήν – αλλά μέσα από τη γόνιμη όσμωση με μερικές από τις σπουδαιότερες ιδέες που διατυπώθηκαν ποτέ. Είναι παράδοξο και  κρίμα, το ότι ενώ όλος ο κόσμος στρέφει το βλέμμα στις ιδέες αυτές, στη χώρα που γεννήθηκαν, αγνοούνται συστηματικά. Δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η εκπαίδευση με όλα τα μέσα στοχεύει ακριβώς στο αντίθετο: πώς δηλαδή να αποτρέψει τους νέους ανθρώπους από το να αποκτήσουν γνώση του εαυτού τους. Και δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να αναπαράγει συστηματικά χρόνια τώρα την κυρίαρχη ιδεολογία – όπως θα έλεγε και ο Λουί Αλτουσέρ.

Ένα ανάχωμα φιλοσοφικής σκέψης θα περίμενε κανείς να το βρει στους επιστήμονες της γενιάς μου. Ας μην ξεχνάμε ότι παλαιότερα οι πνευματικοί άνθρωποι και οι φιλόσοφοι συνδύαζαν πολλαπλές ιδιότητες και ενδιαφέροντα. Κοιτώντας γύρω μου όμως δε συναντώ παρά ελάχιστους που να μπορούν να εκφράσουν έναν βαθύτερο ανθρωπιστικό λόγο, να στοχαστούν ευαίσθητα πάνω στα φαινόμενα, να συνδυάσουν γνώση, παιδεία και ήθος. Τελικά όλοι εμείς με τους μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους, τα πτυχία και τις σπουδές, πόσο «άριστοι» καταφέραμε να γίνουμε; Η αλλοτρίωση που έφεραν η εξειδίκευση των επιστημονικών αντικειμένων, ο διαρκής αγώνας για την εργασία και ο ανταγωνισμός, δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την μηχανιστική προσέγγιση του κόσμου. Γνώσεις χωρίς ψυχή, επιστήμη χωρίς σοφία. Λόγος υστερόβουλος, εργαλειακός. Ίσως για αυτό τελικά η γενιά μου να αποδεικνύεται τόσο δυσκίνητη να παρέμβει στα πράγματα, να διατυπώσει λόγο στιβαρό απέναντι στην κατάσταση που βιώνουμε, να προτείνει και να εμπνεύσει.

Η φιλόσοφος Χάννα Άρεντ, αναζητώντας τη φύση του κακού μετά τις ναζιστικές θηριωδίες, κατέδειξε ότι η έλλειψη κριτικής στάσης στα πρότυπα σκέψης ενός διεφθαρμένου συστήματος και η αποδοχή της «κοινοτοπίας» είναι εξίσου επικίνδυνα με τις προθέσεις των διαχειριστών του συστήματος. Ότι τελικά, εξίσου επικίνδυνος με έναν διαβολικό σαδιστή μπορεί να είναι ο «απλός», «καθημερινός», ο χωρίς φαντασία άνθρωπος: ο αστόχαστος άνθρωπος.

Ας στοχαστούμε λοιπόν πάνω σε αυτό...

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Ευρυδίκη

Δεν ξέρω πως να αποδώσω με λόγια το αποτύπωμα που άφησε μέσα μου η παράσταση που πριν λίγο είδα.

Ίσως η εξαίσια μουσική της παράστασης, μόνο αυτή να μπορεί να αποδώσει με νότες αυτό που θέλω να πω.


…«Πόσο σ' αγαπώ!»: η μελωδία του βασικού τραγουδιού της παράστασης, σε μουσική της Κατερίνας Πολέμη και στίχους του Στρατή Πασχάλη, σαν φόρος τιμής στις ερωτικές μπαλάντες του Νέου Κύματος,θα σας ακολουθεί για μέρες!»
 
«Γίνεται μια παράσταση να σου ραγίζει και ταυτόχρονα να σου ευφραίνει την καρδιά; Τέτοια σπάνια θεατρική εμπειρία είναι αυτή η-βουτηγμένη στη χαρμολύπη- «Ευρυδίκη» με την εμπνευσμένη σκηνοθεσία, σαν παράδοξο καμπαρέ, την συναρπαστική Κόρα Καρβούνη στον ομώνυμο ρόλο κι έναν έξοχο θίασο μαζί της…
"...Τα λεπτά όρια μεταξύ ζωής και θανάτου ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο παρουσιάζονται τόσο λιτά και ποιητικά που καθιστούν την παράσταση ένα οφθαλμόλουτρο με νόημα και βάθος..."
"Το κείμενο, βασισμένο στον αρχαίο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, προεκτείνει τον «διάλογο» του ανθρώπου με το σκοτεινό,το ανείπωτο, το ασυνείδητο, τη βούληση και το τυχαίο, την έλξη και την άπωση, τη δύναμη της μνήμης και την πετρωμένη λήθη".
"....ένα μιούζικαλ που συνδυάζει το γκροτέσκ με το underground ύφος, ενώ μπόλιασε το χιούμορ και τη σάτιρα με το βαθιά τραγικό στοιχείο που σχετίζεται με την περατότητα της ανθρώπινης ύπαρξης..."
«…Ο Δημήτρης Τάρλοου το χειρίστηκε με ιδιαίτερη φροντίδα -θα έλεγα πως η ευφάνταστη σκηνοθεσία του αναβάθμισε το έργο-,μετατρέποντάς το σε «ένα μιούζικαλ στον Αδη», όπως δηλώνει και στον υπότιτλό του.
"σαν νέο-εξπρεσιονιστικό καμπαρέ πλημμυρισμένο μπόσα νόβα, μπαλάντες και ντίσκο σφήνες."
 
 
Όλα αυτά ήταν η Ευρυδίκη στο Θέατρο Πορεία..Απλά μια ανεπανάληπτη εμπειρία.





 
 
 
 
 
 
 

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Μποτιλιάρισμα στην Αχιλλέως

Σκόρπιες σκέψεις ενώ μπαίνω στην Αθήνα..

Γιατί εδώ ο ουρανός είναι πάντα καθαρός, το απόγευμα γλυκό και ηλιόλουστο ενώ κάτω, εκεί, μας έχει είκοσι μέρες τώρα μουλιάσει η βροχή, μας έχει πήξει η μαυρίλα, η υγρασία έχει ποτίσει το κοκκαλάκι μας; Είναι άδικο, πολύ άδικο..... Τελικά επέλεξα να ζω σε μία τεράστια νερολακούβα..

Άραγε ο Best να παίζει ακόμα ή το κλείσανε το μαγαζί; Γιατί Αθήνα χωρίς Best είναι σαν το φραπέ μου χωρίς γάλα, τη χωριάτικη χωρίς τη φέτα...

Μποτιλιαρισμένη στην Αχιλλέως.. Κοιτάζω το λαμαρινιένο ποτάμι να κινείται αργά, πολύ αργά. Και εσείς παιδιά για τον αττικό ουρανό ήρθατε; Βασικά για αυτόν ήρθατε αλλά δεν το ξέρετε, γιατί είναι πολύ υποσυνείδητο. Αλλά ήρθατε πολλοί να πάρει η ευχή και να τώρα τί συμβαίνει.
Διάλεξε: Νερολακούβα ή μποτιλιάρισμα; Τσ..τσ αμάν! Μη βάζεις πλασματικά διλήμματα παιδάκι μου. Το ένα είναι έργο του Θεού το άλλο των ανθρώπων.

Α! Ο Best εκπέμπει. Και όχι μόνο αυτό. Αλλά παίζει κάτι πολύ αγαπημένο. Κάτι που έχω να ακούσω πολύ καιρό. Η Αθήνα με υποδέχεται με Mercury Rev.

Ι dreamed of you on my farm
I dreamed of you in my arms
But dreams are always wrong
I never dreamed I'd hurt you
I never dreamed I'd lose you
In my dreams, I'm always strong
And now the creek is rising
And all my bridges burnt
I always dreamed of big crowds
Plumes of smoke and high clouds
But dreams don't last for long.........

And now the dark is rising
And a brand new moon is born
I always dreamed I'd love you
I never dreamed I'd lose you
In my dreams, I'm always strong


Και κάτι γίνεται εκεί στην Αχιλλέως, ένα ford fiesta ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα ford fiesta, fiat, renault, peugeot, μηχανάκια, σε μπουρδέλα και σε πιάτσες, τροχονόμους και κόρνες. Και ένα απόγευμα θεσπέσιο, ένας ουρανός καθαρός, μια ποίηση υπερκείμενη και ένα άχτι μεγάλο. Και μια τύπισσα που εκτός από διχασμένη προσωπικότητα είναι και ευσυγκίνητη τα έχει μπήξει κανονικά...μποτιλιαρισμένη στην Αχιλλέως.